ὑπεραίρω


ὑπεραίρω
ὑπερ-αίρω, darüber heben, darüber erheben, darübersetzen; intrans., sich darüber erheben; τὸ ὄρος, τὸ πέλαγος, über den Berg steigen, über das Meer setzen; auch vom Heere; vom Wasser: überfließen; übertr., μήϑ' ὑπεράρας, μήϑ' ὑπο-κάμψας καιρὸν Χάριτος, darüber hinausgehend; übertreffen; τὸ ὑπεραῖρον, das Übermaß; auch von der Zeit

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • υπεραίρω — ὑπεραίρω ΝΜΑ, και ποιητ. τ. ὑπεραείρω ΜΑ [αἴρω / ἀείρω] 1. σηκώνω, υψώνω κάτι πάνω από κάτι άλλο 2. μέσ. υπεραίρομαι και ὑπεραίρομαι υπερηφανεύομαι, αλαζονεύομαι νεοελλ. μτφ. υπερεξυψώνω, υπερεπαινώ μσν. αρχ. υπερβαίνω κάτι στο ύψος (α.… …   Dictionary of Greek

  • ὑπεραίρω — lift pres subj act 1st sg ὑπεραίρω lift pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • υπεραιρώ — έω, Α 1. παίρνω επί πλέον 2. υπερβαίνω, ξεπερνώ («τῶν ὑπεραιρούντων τὸν ἀριθμὸν τῶν ἱερέων», πάπ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπερ * + αἱρῶ «λαμβάνω, παίρνω με τα χέρια»] …   Dictionary of Greek

  • ὑπεραίρεσθε — ὑπεραίρω lift pres imperat mp 2nd pl ὑπεραίρω lift pres ind mp 2nd pl ὑπεραίρω lift imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπεραίρετε — ὑπεραίρω lift pres imperat act 2nd pl ὑπεραίρω lift pres ind act 2nd pl ὑπεραίρω lift imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπεραίρῃ — ὑπεραίρω lift pres subj mp 2nd sg ὑπεραίρω lift pres ind mp 2nd sg ὑπεραίρω lift pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπεράρῃ — ὑπεραίρω lift aor subj mid 2nd sg (epic doric aeolic) ὑπερά̱ρῃ , ὑπεραίρω lift aor subj mid 2nd sg ὑπερά̱ρῃ , ὑπεραίρω lift aor subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπεραιρομένων — ὑπεραίρω lift pres part mp fem gen pl ὑπεραίρω lift pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπεραιρόμενον — ὑπεραίρω lift pres part mp masc acc sg ὑπεραίρω lift pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπεραιρόντων — ὑπεραίρω lift pres part act masc/neut gen pl ὑπεραίρω lift pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπεραῖρον — ὑπεραίρω lift pres part act masc voc sg ὑπεραίρω lift pres part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.